Διεύθυνση Διαδικτυακού Πρωτοκόλλου

Μία διεύθυνση IP - διεύθυνση διαδικτυακού πρωτοκόλλου (αγγλ. IP address - Internet Protocol address) είναι ένας μοναδικός αριθμός που χρησιμοποιείται από συσκευές σε ένα δίκτυο υπολογιστών που χρησιμοποιεί το Internet Protocol standard για τη μεταξύ τους αναγνώριση και συνεννόηση. Κάθε συσκευή που ανήκει στο δίκτυο - όπως δρομολογητές (αγγλ. routers), υπολογιστές, εξυπηρετητές χρόνου (αγγλικά: time-servers), εκτυπωτές, μηχανές τηλεομοιοτυπίας (fax) μέσω διαδικτύου (αγγλ. Internet fax) και ορισμένα τηλέφωνα - πρέπει να έχει τη δική της μοναδική διεύθυνση. Μία διεύθυνση IP μπορεί να θεωρηθεί το αντίστοιχο μιας διεύθυνσης κατοικίας ή ενός αριθμού τηλεφώνου (π.χ. VoIP) για έναν υπολογιστή ή άλλη συσκευή δικτύου στο Διαδίκτυο. Όπως κάθε διεύθυνση κατοικίας και αριθμός τηλεφώνου αντιστοιχούν σε ένα και μοναδικό κτίριο ή τηλέφωνο, μια διεύθυνση IP χρησιμοποιείται για τη μοναδική αναγνώριση ενός υπολογιστή ή άλλης συσκευής που συνδέεται στο δίκτυο. Οι διευθύνσεις IP συνήθως γράφονται και εμφανίζονται σε σημειογραφίες που είναι αναγνώσιμες από τον άνθρωπο σημειώσεις, όπως η 172.16.254.1 στο πρότυπο IPv4 και η 2001: db8: 0: 1234: 0: 567: 8: 1 στο πρότυπο IPv6. Το μέγεθος του προθέματος δρομολόγησης της διεύθυνσης προσδιορίζεται στη σημείωση CIDR με την τροποποίηση της διεύθυνσης προσθέτοντας τον αριθμό σημαντικών δυαδικών ψηφίων όπως γίνεται π.χ. στη διεύθυνση 192.168.1.15/24, η οποία είναι ισοδύναμο με την ιστορικά χρησιμοποιούμενη μάσκα υποδικτύου 255.255.255.0. Μια διεύθυνση IP μπορεί να αντιστοιχεί σε πολλές συσκευές-πελάτες είτε επειδή αυτές είναι μέρος ενός shared hosting web server environment, είτε λόγω ενός Διακομιστή μεσολάβησης (αγγλ. proxy server) (π.χ. ενός Παρόχου Υπηρεσιών Διαδικτύου (αγγλ. Internet Service Provider (ISP)) ή μιας υπηρεσίας διασφάλισης της ανωνυμίας (αγγλ. anonymizer service)) που λειτουργούν ως μεσολαβητές. Στην τελευταία περίπτωση (χρήση διακομιστή μεσολάβησης) η πραγματική διεύθυνση IP μπορεί να αποκρύπτεται από το διακομιστή που δέχεται ένα αίτημα. Το ανάλογο με τα τηλεφωνικά συστήματα θα ήταν η χρήση διεθνών ή τοπικών αριθμών κλήσης (proxy) και επεκτάσεων (shared).🔗Διεύθυνση Διαδικτυακού Πρωτοκόλλου

IPv4

Η χρήση διευθύνσεων IP είναι το κύριο μέσο που επιτρέπει στις συσκευές στο δίκτυο να εντοπίζουν η μια την άλλη και να επιτυγχάνεται η επικοινωνία από άκρο σε άκρο (end-to-end). H IP αναφέρεται και στα δύο πρωτόκολλα IPv4 και IPv6. Το IPv6 είναι η πιο πρόσφατη έκδοση της IP και αντικαταθιστά το IPv4. Δομή μιας διεύθυνσης IPv4 ονομάζεται μια διακεκομμένη δεκαδική σημείωση και αντιπροσωπεύεται απο τέσσερις δεκαδικούς αριθμούς από 0 έως 255 (π.χ. 192.168.1.14) . Με τη διεύθυνση IPv4 απαιτείται μάσκα υποδικτύου (subnet mask). Η μάσκα υποδικτύου είναι μια τιμή 32bit που χωρίζει το τμήμα δικτύου της διεύθυνσης από το τμήμα του κεντρικού υπολογιστή (host) (π.χ 255.255.255.0). Η μάσκα υποδικτύου καθορίζει το συγκεκριμένο υποδίκτυο που η συσκευή είναι μέλος.🔗IPv4

IPv6

Το IPv6 (Internet Protocol version 6) είναι η πιο πρόσφατη αναθεώρηση του πρωτοκόλλου Internet (IP), του βασικού πρωτοκόλλου επικοινωνίας πάνω στο οποίο έχει χτιστεί ολόκληρο το διαδίκτυο. Πρόκειται να αντικαταστήσει το παλιότερο IPv4, το οποίο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα (2013). Το IPv6 αναπτύχθηκε από την Τακτική Δύναμη Μηχανικών του Internet (Internet Engineering Task Force, IETF), για να ασχοληθεί με το επί μακρόν αντιμετωπιζόμενο πρόβλημα της εξάντλησης των διευθύνσεων του IPv4. Σε κάθε συσκευή στο διαδίκτυο, όπως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ή ένα κινητό τηλέφωνο, πρέπει να αποδοθεί μία Διεύθυνση IP, ένας αριθμός αποτελούμενος από συγκεκριμένο αριθμό bits, ο οποίος και αποτελεί την ταυτότητα της συσκευής, ώστε να είναι δυνατή η επικοινωνία της στο Internet. Με τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό συσκευών που συνδέονται στο διαδίκτυο, παρουσιάστηκε η ανάγκη περισσοτέρων διευθύνσεων, από όσες μπορεί να παράσχει το IPv4. To IPv4 χρησιμοποιεί διευθύνσεις 32 bit, οποίο επιτρέπει 232 δηλαδή περίπου 4,3 δισεκατομμύρια διαφορετικές διευθύνσεις. Το IPv6 χρησιμοποιεί διευθύνσεις 128 bit, το οποίο επιτρέπει 2128 δηλ. 3.4×1038 διαφορετικές διευθύνσεις. Τα δύο πρωτόκολλα δεν έχουν σχεδιαστεί ώστε να μπορούν να συνεργάζονται, δυσκολεύοντας έτσι την μετάβαση στο IPv6. Οι διευθύνσεις IP του πρωτοκόλλου IPv6, αποτελούνται από 8 ομάδες των τεσσάρων δεκαεξαδικών ψηφίων, χωρισμένων με άνω και κάτω τελεία, π.χ 2001:0db8:85a3:0042:1000:8a2e:0370:7334.🔗IPv6

WHOIS

WHOIS (pronounced as the phrase "who is") is a query and response protocol that is widely used for querying databases that store the registered users or assignees of an Internet resource, such as a domain name, an IP address block or an autonomous system, but is also used for a wider range of other information. The protocol stores and delivers database content in a human-readable format. The current iteration of the WHOIS protocol was drafted by the Internet Society, and is documented in RFC 3912. Whois is also the name of the command-line utility on most UNIX systems used to make WHOIS protocol queries. In addition WHOIS has a sister protocol called Referral Whois (RWhois). History Elizabeth Feinler and her team (who had created the Resource Directory for ARPANET) were responsible for creating the first WHOIS directory in the early 1970s. Feinler set up a server in Stanford's Network Information Center (NIC) which acted as a directory that could retrieve relevant information about people or entities. She and the team created domains, with Feinler's suggestion that domains be divided into categories based on the physical...🔗WHOIS

Hostname

In computer networking, a hostname (archaically nodename) is a label that is assigned to a device connected to a computer network and that is used to identify the device in various forms of electronic communication, such as the World Wide Web. Hostnames may be simple names consisting of a single word or phrase, or they may be structured. Each hostname usually has at least one numeric network address associated with it for routing packets for performance and other reasons. Internet hostnames may have appended the name of a Domain Name System (DNS) domain, separated from the host-specific label by a period ("dot"). In the latter form, a hostname is also called a domain name. If the domain name is completely specified, including a top-level domain of the Internet, then the hostname is said to be a fully qualified domain name (FQDN). Hostnames that include DNS domains are often stored in the Domain Name System together with the IP addresses of the host they represent for the purpose of mapping the hostname to an address, or the reverse process. Internet hostnames...🔗Hostname

Ping

Το ping είναι μέθοδος για τον εντοπισμό της διαθεσιμότητας και της απόδοσης ενός απομακρυσμένου πόρου του δικτύου. Θεωρείται ότι αποτελεί το ακρωνύμιο των λέξεων "Packet Internet Groper". Αποτελεί διαδικασία με την οποία επιβεβαιώνεται η σύνδεση με έναν απομακρυσμένο υπολογιστή π.χ. μέσω Internet ή τοπικού δικτύου. Με το ping αποστέλλεται στον απομακρυσμένο υπολογιστή ένα πακέτο δεδομένων και στη συνέχεια ο υπολογιστής που έστειλε το πακέτο, περιμένει για μία echo reply, δηλαδή την απάντηση στο πακέτο δεδομένων του ping (πολλοί το αποκαλούν και pong). Το πακέτο που αποστέλλεται με το ping ονομάζεται ICMP (Internet Control Message Protocοl) echo packet. Το διάστημα μεταξύ του ping και του echo reply επιβεβαιώνει την ποιότητα της σύνδεσης και αποκαλείται lag (καθυστέρηση). Μια συνηθισμένη τιμή του lag πρέπει να είναι 0.02 – 0.08 δευτερόλεπτα. Κατά τη σύνδεση ενός υπολογιστή με έναν server, αν η σύνδεσή τους παραμένει αδρανής (δηλαδή δεν μεταβιβάζονται δεδομένα) τότε το ping είναι απαραίτητο για να διατηρηθεί η σύνδεση. Τότε σε τακτικά χρονικά διαστήματα ο ένας υπολογιστής κάνει ping στον άλλο για να επιβεβαιώσει την παρουσία του. Αν δεν γίνει ping για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. ο ένας από τους δύο υπολογιστές «κολλήσει» ή διακοπεί ξαφνικά η σύνδεσή του με το δίκτυο), τότε μετά από μερικά λεπτά, κατά τα οποία ο υπολογιστής που αποσυνδέθηκε φαίνεται σαν να είναι ακόμα συνδεδεμένος, συμβαίνει το αποκαλούμενο "ping timeout" και η σύνδεση διακόπτεται.🔗Ping

Αταξική Δρομολόγηση Δικτυακών Περιοχών

Ο όρος CIDR, ακρωνύμιο των λέξεων "Classless Inter Domain Routing", δηλαδή "Αταξική Δρομολόγηση δικτυακών Περιοχών" προσδιορίζει μια νέα (1993) τεχνική δρομολόγησης πακέτων (δες Μεταγωγή_πακέτου) από/προς δίκτυα διαφορετικών περιοχών που αντικατέστησε την "Ταξική Δρομολόγηση" στο Διαδίκτυο και αφορά την κατανομή IP διευθύνσεων στην Κοινότητα του Διαδικτύου. Για να μετακινηθεί ένα πακέτο πληροφορίας από ένα δίκτυο προς ένα άλλο χρειάζεται μια διεύθυνση που αντιστοιχεί στο σύστημα παραλήπτη και μία διεύθυνση για το σύστημα που το αποστέλλει. Οι διαχειριστές των δικτύων αιτούνται από τους οργανισμούς RIPE, ARIN, APNIC κλπ. υποβάλλοντας ένα σχέδιο διευθυνσιοδότησης του δικτύου τους. H όρος "τάξη" (class) επίσης αναφέρεται και ως "τύπος". Ο όρος CIDR σχετίζεται επίσης με νέο τύπο διευθύνσεων για τα πακέτα που δεν ανήκουν πλέον σε μία από τις τρεις τάξεις (δηλ. τύπους) class A, class B, class C. Η εξάντληση των διευθύνσεων τύπου Β (δίκτυα χωρητικότητας μέχρι 255 χ 255 συστημάτων) και τύπου C (μέχρι 255 συστήματα) οδήγησε στην κατάργηση των "τάξεων" για να βελτιωθεί η χρήση των διευθύνσεων, καθώς ο τρόπος παραχώρησης ήταν μάλλον χαλαρός, δηλαδή ένας οργανισμός με τρέχουσες ανάγκες και μελλοντικές σαφώς μικρότερες των 64.000 συστημάτων εύκολα αποκτούσε διευθύνσεις τύπου B. Το κάθε δίκτυο πλέον λαμβάνει τόση ποσότητα διευθύνσεων όση πραγματικά χρειάζεται.🔗Αταξική Δρομολόγηση Δικτυακών Περιοχών

Private network

In IP networking, a private network is a computer network that uses private IP address space. Both the IPv4 and the IPv6 specifications define private IP address ranges. These addresses are commonly used for local area networks (LANs) in residential, office, and enterprise environments. Private network addresses are not allocated to any specific organization. Anyone may use these addresses without approval from regional or local Internet registries. Private IP address spaces were originally defined to assist in delaying IPv4 address exhaustion. IP packets originating from or addressed to a private IP address cannot be routed through the public Internet. Private IPv4 addresses The Internet Engineering Task Force (IETF) has directed the Internet Assigned Numbers Authority (IANA) to reserve the following IPv4 address ranges for private networks: In practice, it is common to subdivide these ranges into smaller subnets. Dedicated space for carrier-grade NAT deployment In April 2012, IANA allocated the block 100...🔗Private network

Μάσκα υποδικτύου

Ένα υποδίκτυο ή μάσκα υποδικτύου είναι η λογική υποδιαίρεση ενός δικτύου διευθύνσεων IP. Η πράξη της διαίρεσης ενός δικτύου σε δύο ή περισσότερα δίκτυα ονομάζεται υποδίκτυο. Οι υπολογιστές που ανήκουν σε ένα υποδίκτυο αντιμετωπίζονται με μια πανομοιότυπη ομάδα του πιο σημαντικού μπιτ σε διευθύνσεις IP. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την λογική κατανομή μιας διεύθυνσης IP σε δύο τομείς, τον αριθμό του δικτύου ή το πρόθεμα δρομολόγησης και το υπόλοιπο πεδίο ή αναγνωριστικό φιλοξενητή. Το υπόλοιπο πεδίο είναι ένα αναγνωριστικό για ένα συγκεκριμένο φιλοξενητή ή δίκτυο. Η μάσκα υποδικτύου απαιτείται από το πρωτόκολλο IPv4. Είναι μια τιμή 32bit που χωρίζει το τμήμα δικτύου της διεύθυνσης από το τμήμα του κεντρικού υπολογιστή (host) (π.χ 255.255.255.0). Η μάσκα υποδικτύου καθορίζει το συγκεκριμένο υποδίκτυο που η συσκευή είναι μέλος. Για το IPv4, ένα δίκτυο μπορεί επίσης να χαρακτηρίζεται από τη μάσκα υποδικτύου ή μάσκα δικτύου, η οποία είναι η μάσκα μπιτ όταν εφαρμόζεται από τη λειτουργία bitwise AND σε οποιαδήποτε διεύθυνση IP στο δίκτυο, αποδίδοντας το πρόθεμα δρομολόγησης. Οι μάσκες υποδικτύου εκφράζονται επίσης σε δεκαδική μορφή τελείας, όπως μια διεύθυνση. Για παράδειγμα, η 255.255.255.0 είναι η μάσκα υποδικτύου για το πρόθεμα 198.51.100.0/24. Η κίνηση ανταλλάσσεται μεταξύ των μασκών υποδικτύων μέσω δρομολογητών όταν τα προθέματα δρομολόγησης από την διεύθυνση προέλευσης και την διεύθυνση προορισμού διαφέρουν. Ένας δρομολογητής λειτουργεί ως λογικό ή φυσικό όριο μεταξύ των μασκών.🔗Μάσκα υποδικτύου

Name server

A name server refers to the server component of the Domain Name System (DNS), one of the two principal namespaces of the Internet. The most important function of DNS servers is the translation (resolution) of human-memorable domain names (example.com) and hostnames into the corresponding numeric Internet Protocol (IP) addresses (93.184.216.34), the second principal name space of the Internet which is used to identify and locate computer systems and resources on the Internet. Although it is typically used in reference to DNS, the term name server may also be used for any computer application that implements a network service for providing responses to queries against a directory service which translates an often humanly meaningful, text-based identifier to a system-internal, often numeric identification or addressing component. This service is performed by the server in response to a service protocol request. Domain Name Server The Internet maintains two principal namespaces: the domain name hierarchy and the IP address system. The Domain Name System maintains the domain namespace and provides translation services...🔗Name server

Traceroute

In computing, traceroute and tracert are computer network diagnostic commands for displaying possible routes (paths) and measuring transit delays of packets across an Internet Protocol (IP) network. The history of the route is recorded as the round-trip times of the packets received from each successive host (remote node) in the route (path); the sum of the mean times in each hop is a measure of the total time spent to establish the connection. Traceroute proceeds unless all (usually three) sent packets are lost more than twice; then the connection is lost and the route cannot be evaluated. Ping, on the other hand, only computes the final round-trip times from the destination point. For Internet Protocol Version 6 (IPv6) the tool sometimes has the name traceroute6 and tracert6. Implementations The command traceroute is available on many modern operating systems. On Unix-like systems such as FreeBSD, macOS, and Linux it is available as a command line tool. Traceroute is also graphically accessible in macOS within the ...🔗Traceroute

Nmap

Το Nmap (Network Mapper) είναι ένα ελεύθερο και ανοικτού κώδικα εργαλείο για την εξερεύνηση του δικτύου και τον έλεγχο της ασφάλειας που αρχικά γράφτηκε από τον Gordon Lyon (γνωστός επίσης με το ψευδώνυμο Fyodor Vaskovich). Λειτουργεί ως σαρωτής ασφαλείας και χρησιμοποιείται για να ανακαλύψει κεντρικούς υπολογιστές και τις υπηρεσίες σε ένα δίκτυο υπολογιστών, δημιουργώντας έτσι ένα "χάρτη" του δικτύου. Η λειτουργία του παρέχει στο χρήστη µια αναλυτική εικόνα, του προς ελέγχου δικτύου φανερώνοντας πιθανά προβλήματα και ελλείψεις ασφάλειας. Το Nmap τρέχει σε Linux, Microsoft Windows, Solaris, HP-UX και παραλλαγές του BSD (συμπεριλαμβανομένου του Mac OS X), καθώς και στο AmigaOS και SGI IRIX. Το Linux είναι η πιο δημοφιλής πλατφόρμα Nmap με τα Windows να το ακολουθούν.🔗Nmap

Port (computer networking)

In computer networking, a port is a communication endpoint. At the software level, within an operating system, a port is a logical construct that identifies a specific process or a type of network service. A port is identified for each transport protocol and address combination by a 16-bit unsigned number, known as the port number. The most common transport protocols that use port numbers are the Transmission Control Protocol (TCP) and the User Datagram Protocol (UDP). A port number is always associated with an IP address of a host and the type of transport protocol used for communication. It completes the destination or origination network address of a message. Specific port numbers are reserved to identify specific services so that an arriving packet can be easily forwarded to a running application. For this purpose, port numbers lower than 1024 identify the historically most commonly used services and are called the well-known port numbers. Higher-numbered ports are available for general use by applications and are known as ephemeral ports. Ports provide a multiplexing service for multiple services or multiple communication sessions at one network address...🔗Port (computer networking)

Πρωτόκολλο Διαδικτύου

Το Πρωτόκολλο Διαδικτύου (IP) (αγγλ., Internet Protocol), αποτελεί την κυριότερη σύμβαση επικοινωνίας για τη μετάδοση πακέτων δεδομένων σε ένα 'διαδίκτυο1, και είναι τμήμα της Συλλογής Πρωτοκόλλων Διαδικτύου. Είναι υπεύθυνο για τη δρομολόγηση των πακέτων δεδομένων ανάμεσα στα διάφορα δίκτυα, ανεξάρτητα από την υποδομή τους, και αποτελεί το κύριο πρωτόκολλο πάνω στο οποίο είναι βασισμένο το Διαδίκτυο. Το πρωτόκολλο ανήκει στο Επίπεδο Δικτύου, στο Μοντέλο Διαστρωμάτωσης TCP/IP. Καθορίζει τη μορφή των πακέτων που στέλνονται μέσω ενός διαδικτύου, καθώς και τους μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται για την προώθηση των πακέτων από έναν υπολογιστή προς έναν τελικό προορισμό μέσω ενός ή περισσότερων δρομολογητών. Γι' αυτούς τους σκοπούς, το πρωτόκολλο, χρησιμοποιεί συγκεκριμένες μεθόδους διευθυνσιοδότησης και δομές για την ενθυλάκωση των πακέτων δεδομένων. Το πρωτόκολλο πρωτοπαρουσιάστηκε από τους Βιντ Σερφ και Μπομπ Καν το 1974. Συνδέεται στενά με το Πρωτόκολλο Ελέγχου Μετάδοσης (TCP), με αποτέλεσμα ολόκληρη η συλλογή των πρωτοκόλλων του Διαδικτύου να αναφέρεται απλά ως TCP/IP. Η πρώτη μεγάλης κλίμακας έκδοση του πρωτόκολλο ήταν η έκδοση 4 (IPv4) η οποία επικρατεί μέχρι και σήμερα σε όλο το Διαδίκτυο. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν επαρκούν πλέον οι διαθέσιμες διευθύνσεις, τα τελευταία χρόνια, έχει αναπτυχθεί η διάδοχη έκδοση του πρωτοκόλλου, η έκδοση 6 (IPv6), η οποία είναι εν ενεργεία και χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο σε όλο τον κόσμο. Οι τελευταίες διευθύνσεις IPv4 παραδόθηκαν σε ειδική τελετή, στις 3 Φεβρουαρίου του 2011, στο Μαϊάμι.🔗Πρωτόκολλο Διαδικτύου

IPsec

In computing, Internet Protocol Security (IPsec) is a secure network protocol suite that authenticates and encrypts the packets of data to provide secure encrypted communication between two computers over an Internet Protocol network. It is used in virtual private networks (VPNs). IPsec includes protocols for establishing mutual authentication between agents at the beginning of a session and negotiation of cryptographic keys to use during the session. IPsec can protect data flows between a pair of hosts (host-to-host), between a pair of security gateways (network-to-network), or between a security gateway and a host (network-to-host). IPsec uses cryptographic security services to protect communications over Internet Protocol (IP) networks. It supports network-level peer authentication, data origin authentication, data integrity, data confidentiality (encryption), and replay protection. The initial IPv4 suite was developed with few security provisions. As a part of the IPv4 enhancement, IPsec is a layer 3 OSI model or internet layer end-to-end security scheme. In contrast, while some other Internet security systems in widespread use...🔗IPsec

ICMP

Το πρωτόκολλο Internet Control Message Protocol (ICMP) είναι ένα από τα βασικά πρωτόκολλα του διαδικτύου. Χρησιμοποιείται κυρίως από τα λειτουργικά συστήματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών ενός δικτύου για την ανταλλαγή μηνυμάτων λάθους, όπως για παράδειγμα την έλλειψη κάποιας υπηρεσίας από έναν server ή την απουσία ενός υπολογιστή από το δίκτυo. Το πρωτόκολλο ICMP διαφέρει από τα πρωτόκολλα TCP και UDP διότι συνήθως δεν χρησιμοποιείται από τις εφαρμογές που εκτελούνται σε κάποιον υπολογιστή, αλλά από το λειτουργικό του σύστημα. Εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα αποτελεί το εργαλείο ping, το οποίο στέλνει μηνύματα ICMP Echo Request σε κάποιον υπολογιστή του δικτύου για να διαπιστώσει εάν ο υπολογιστής αυτός υπάρχει ή όχι και επίσης πόσο χρόνο χρειάζεται το μήνυμα να φτάσει σε αυτόν. Εάν ο υπολογιστής αυτός υπάρχει, θα απαντήσει με μηνύματα Echo Response.🔗ICMP

Internet Control Message Protocol version 6

🔗ICMP

Πρωτόκολλο Ελέγχου Μεταφοράς

Το Πρωτόκολλο Ελέγχου Μεταφοράς) (Αγγλ. Transmission Control Protocol(TCP)) είναι ένα από τα σημαντικότερα πρωτόκολλα της Συλλογής Πρωτοκόλλων Διαδικτύου. Βρίσκεται πάνω από το πρωτόκολλο IP. Οι κύριοι στόχοι του πρωτοκόλλου TCP είναι να επιβεβαιώνεται η αξιόπιστη αποστολή και λήψη δεδομένων, επίσης να μεταφέρονται τα δεδομένα χωρίς λάθη μεταξύ του στρώματος δικτύου (network layer) και του στρώματος εφαρμογής (application layer) και, φτάνοντας στο πρόγραμμα του στρώματος εφαρμογής, να έχουν σωστή σειρά. Οι περισσότερες σύγχρονες υπηρεσίες στο Διαδίκτυο βασίζονται στο TCP. Για παράδειγμα το SMTP (port 25), το παλαιότερο (και μη-ασφαλές) Telnet (port 23), το FTP και πιο σημαντικό το HTTP (port 80), γνωστό ως υπηρεσίες World Wide Web (WWW - Παγκόσμιος Ιστός). Το TCP χρησιμοποιείται σχεδόν παντού, για αμφίδρομη επικοινωνία μέσω δικτύου. Αρχικά το Transmission ήταν Transfer, ένας όρος που προσδιόριζε την μεταβίβαση του ελέγχου στα άκρα του δικτύου TCPIP πριν αποσπαστεί το IP.🔗Πρωτόκολλο Ελέγχου Μεταφοράς

UDP

Το πρωτόκολλο User Datagram Protocol (UDP) είναι ένα από τα βασικά πρωτόκολλα που χρησιμοποιούνται στο Διαδίκτυο. Μία εναλλακτική ονομασία του πρωτοκόλλου είναι Universal Datagram Protocol. Διάφορα προγράμματα χρησιμοποιούν το πρωτόκολλο UDP για την αποστολή σύντομων μηνυμάτων (γνωστών και ως segments) από τον έναν υπολογιστή στον άλλον μέσα σε ένα δίκτυο υπολογιστών. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του UDP είναι ότι δεν εγγυάται αξιόπιστη επικοινωνία. Τα πακέτα UDP που αποστέλλονται από έναν υπολογιστή μπορεί να φτάσουν στον παραλήπτη με λάθος σειρά, διπλά ή να μην φτάσουν καθόλου εάν το δίκτυο έχει μεγάλο φόρτο. Χρησιμοποιείται όταν η "γρήγορη" παράδοση των πακέτων είναι πιο σημαντική από την "ακριβή" παράδοση, π.χ στη μετάδοση ομιλίας και βίντεο.. Αντιθέτως, το πρωτόκολλο TCP διαθέτει όλους τους απαραίτητους μηχανισμούς ελέγχου και επιβολής της αξιοπιστίας και συνεπώς μπορεί να εγγυηθεί την αξιόπιστη επικοινωνία μεταξύ των υπολογιστών. Η έλλειψη των μηχανισμών αυτών από το πρωτόκολλο UDP το καθιστά αρκετά πιο γρήγορο και αποτελεσματικό, τουλάχιστον για τις εφαρμογές εκείνες που δεν απαιτούν αξιόπιστη επικοινωνία. Οι εφαρμογές audio και video streaming χρησιμοποιούν κατά κόρον πακέτα UDP. Για τις εφαρμογές αυτές είναι πολύ σημαντικό τα πακέτα να παραδοθούν στον παραλήπτη σε σύντομο χρονικό διάστημα ούτως ώστε να μην υπάρχει διακοπή στην ροή του ήχου ή της εικόνας. Κατά συνέπεια προτιμάται το πρωτόκολλο UDP διότι είναι αρκετά γρήγορο, παρόλο που υπάρχει η πιθανότητα μερικά πακέτα UDP να χαθούν. Στην περίπτωση που χαθεί κάποιο πακέτο, οι εφαρμογές αυτές διαθέτουν ειδικούς μηχανισμούς διόρθωσης και παρεμβολής ούτως ώστε ο τελικός χρήστης να μην παρατηρεί καμία αλλοίωση ή διακοπή στην ροή του ήχου και της εικόνας λόγω του χαμένου πακέτου. Σε αντίθεση με το πρωτόκολλο TCP, το UDP υποστηρίζει broadcasting, δηλαδή την αποστολή ενός πακέτου σε όλους τους υπολογιστές ενός δικτύου, και multicasting, δηλαδή την αποστολή ενός πακέτου σε κάποιους συγκεκριμένους υπολογιστές ενός δικτύου. Η τελευταία δυνατότητα χρησιμοποιείται πολύ συχνά στις εφαρμογές audio και video streaming ούτως ώστε μία ροή ήχου ή εικόνας να μεταδίδεται ταυτόχρονα σε πολλούς συνδρομητές. Μερικές σημαντικές εφαρμογές που χρησιμοποιούν πακέτα UDP είναι οι εξής: Domain Name System (DNS), IPTV, Voice over IP (VoIP), Trivial File Transfer Protocol (TFTP) και τα παιχνίδια που παίζονται ζωντανά μέσω του Διαδικτύου.🔗UDP

DHCP

Με τον όρο DHCP (Dynamic Host Configuration Protocol) αναφερόμαστε σε ένα μηχανισμό διαχείρισης πρωτοκόλλων TCP/IP . Το TCP/IP πρωτόκολλο είναι ουσιαστικά ένα λογισμικό που τρέχει σε έναν router και σε υπολογιστή και διευθετεί όλα τα θέματα επικοινωνίας με αυτόν τον υπολογιστή και άλλους που χρησιμοποιούν αυτό το πρωτόκολλο ως γλώσσα. Για να δουλέψει το ίδιο λογισμικό σε τόσους πολλούς υπολογιστές υπάρχει η ανάγκη να το ξεκινήσουμε σε κάθε υπολογιστή με τις αντίστοιχες παραμέτρους για αυτόν και για τη θέση του στο δίκτυο. Η αρχικοποίηση (initialisation) αυτή μπορεί να γίνει κατά τη διάρκεια της εκκίνησης (αν το πρωτόκολλο είναι συγχωνευμένο στο λειτουργικό σύστημα) ή με την κλήση του πρωτοκόλλου από κάποια εφαρμογή (αν το πρωτόκολλο υπάρχει στην εφαρμογή). Οι παράμετροι αυτές μπορούν να οριστούν τοπικά, για κάθε υπολογιστή ξεχωριστά. Κάτι τέτοιο όμως δημιουργεί αρκετά προβλήματα: Χρειάζεται πάρα πολλή εργασία από τον διαχειριστή του δικτύου η οποία είναι χρονοβόρα και επιρρεπής σε λάθη. Το να διατηρούνται οι παράμετροι ενημερωμένες απαιτεί συνεχή δουλειά η οποία αυξάνεται γεωμετρικά με τις αλλαγές που συμβαίνουν στο δίκτυο, ειδικά αν υπάρχουν υπολογιστές που αλλάζουν συνεχώς θέση (π.χ. φορητοί Η/Υ). Η αλλαγή μίας παραμέτρου κοινής για τους υπολογιστές σε ένα subnet (π.χ. τοπική διεύθυνση ενός router) απαιτεί αλλαγές σε κάθε υπολογιστή. Μερικά μηχανήματα μπορεί να λειτουργούν ως τερματικά. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι δεν έχουν αποθηκευτικό χώρο για να κρατήσουν τις ρυθμίσεις. Σε περιπτώσεις έλλειψης διευθύνσεων ή ενός δικτύου που αλλάζει συνέχεια είναι χάσιμο χρόνου να δίνουμε σε έναν μη σταθερό υπολογιστή μόνιμη διεύθυνση. Μία καλύτερη προσέγγιση θα ήταν να χρησιμοποιούνται ομάδες διευθύνσεων από ομάδες υπολογιστών. Η «χειροκίνητη» ρύθμιση τέτοιου είδους δεν παρέχει εύκολο τρόπο για να γίνει αυτό.Όλοι αυτοί οι λόγοι οδήγησαν στην ανάγκη για έναν αυτόματο μηχανισμό διαχείρισης των TCP/IP πρωτοκόλλων. Ο DHCP είναι αυτή τη στιγμή ο πιο προηγμένος μηχανισμός για τη δουλειά αυτή.🔗DHCP

Σύστημα Ονοματοδοσίας Διαδικτύου

Το Σύστημα Ονοματοδοσίας Διαδικτύου ή Σύστημα Ονομάτων Τομέων, Χώρων ή Περιοχών (Αγγλ. Domain Name System (DNS)) είναι ένα ιεραρχικό σύστημα ονοματοδοσίας για δίκτυα υπολογιστών, που χρησιμοποιούν το πρωτόκολλο IP. Το σύστημα αυτό μπορεί και αντιστοιχίζει τα ονόματα των υπολογιστών υπηρεσίας σε αριθμητικές διευθύνσεις (Αγγλ. IP). Στην Ελλάδα η ΕΕΤΤ ρυθμίζει τα θέματα ονομάτων χώρου στο Διαδίκτυο με κατάληξη ".gr" και '' .el".🔗Σύστημα Ονοματοδοσίας Διαδικτύου

Πρωτόκολλο Μεταφοράς Αρχείων

Το Πρωτόκολλο Μεταφοράς Αρχείων (Αγγλ. File Transfer Protocol (FTP)) είναι ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο πρωτόκολλο σε δίκτυα τα οποία υποστηρίζουν το πρωτόκολλο TCP/IP (δίκτυα όπως το διαδίκτυο ή εσωτερικά δίκτυα). Ο υπολογιστής που φιλοξενεί πρόγραμμα-πελάτη FTP μόλις συνδεθεί με το διακομιστή μπορεί να εκτελέσει ένα πλήθος διεργασιών όπως αποστολή αρχείων από και προς το διακομιστή, μετονομασία ή διαγραφή αρχείων στον διακομιστή κ.ο.κ. Το πρωτόκολλο είναι ένα ανοιχτό πρότυπο. Είναι δυνατό κάθε υπολογιστής που είναι συνδεδεμένος σε ένα δίκτυο, να διαχειρίζεται αρχεία σε ένα άλλο υπολογιστή του δικτύου, ακόμη και εάν ο δεύτερος διαθέτει διαφορετικό λειτουργικό σύστημα.🔗Πρωτόκολλο Μεταφοράς Αρχείων

Πρωτόκολλο Μεταφοράς Υπερκειμένου

Το Πρωτόκολλο Μεταφοράς Υπερκειμένου (HyperText Transfer Protocol, HTTP) είναι ένα πρωτόκολλο επικοινωνίας. Αποτελεί το κύριο πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται στους φυλλομετρητές του Παγκοσμίου Ιστού για να μεταφέρει δεδομένα ανάμεσα σε έναν διακομιστή (server) και έναν πελάτη (client).🔗Πρωτόκολλο Μεταφοράς Υπερκειμένου

IMAP

To Internet Message Access Protocol ή IMAP είναι ένα Διαδικτυακό πρωτόκολλο, το οποίο συνδυάζει μερικές από τις δυνατότητες που προσφέρουν το πρωτόκολλο POP3 (Post Office Protocol) και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μέσω Παγκόσμιου Ιστού (webmail), αφού επιτρέπει την προαιρετική αποθήκευση μηνυμάτων στον υπολογιστή του χρήστη. Ταυτόχρονα διατηρείται και ένα αντίγραφο της αλληλογραφίας στον διακομιστή (server). Η πρόσβαση σε έναν λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πραγματοποιείται μέσω ενός ειδικού προγράμματος αλληλογραφίας (προγράμματος-πελάτη όπως π.χ. το Mozilla Thunderbird). Συνήθως τα προγράμματα που υποστηρίζουν το POP3 υποστηρίζουν και το IMAP. Σε οποιονδήποτε υπολογιστή και αν βρίσκεται ο χρήστης και οποιοδήποτε πρόγραμμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και αν χρησιμοποιεί για να έχει πρόσβαση στο λογαριασμό του, το IMAP τα "βλέπει" όλα με την ίδια δομή.🔗IMAP

Post Office Protocol

Το Post Office Protocol (POP), επίσης γνωστό και ως POP3 είναι ένα πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται για την παραλαβή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων (email) από έναν απομακρυσμένο εξυπηρετητή (server) χρησιμοποιώντας σύνδεση TCP/IP.🔗Post Office Protocol

Secure Shell
Telnet

Το Telnet, ακρωνύμιο των αγγλικών λέξεων TELecommunication NETwork, είναι ένα πρωτόκολλο επικοινωνίας διασυνδεδεμένων (σε δίκτυο) υπολογιστών. Δημιουργήθηκε αρχικά ως πρωτόκολλο επικοινωνίας σε τοπικά δίκτυα το 1969 και επεκτάθηκε και στο Διαδίκτυο το 1975. Ο όρος καλύπτει επίσης την υπηρεσία του Διαδικτύου αλλά και το λογισμικό που την υποστηρίζει. Με το Telnet ο χρήστης που συνδέεται με κάποιον υπολογιστή μπορεί να τον "ελέγχει" (όσο του επιτρέπεται από το διαχειριστή της υπηρεσίας/δικτύου) σαν να ήταν καθισμένος σε κάποιο τερματικό του. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι από ένα προσωπικό υπολογιστή με λειτουργικό σύστημα Windows, ο χρήστης μπορεί να χειριστεί έναν υπολογιστή με λειτουργικό σύστημα Unix. Αν και στο Διαδίκτυο δεν είναι πλέον ιδιαίτερα δημοφιλής υπηρεσία (το βοηθητικό πρόγραμμα Telnet.exe έχει αφαιρεθεί από την εξ ορισμού εγκατάσταση των Windows Vista), χρησιμοποιείται από τεχνικούς για τον έλεγχο άλλων πρωτοκόλλων, όπως το SMTP, το POP3 κτλ. Χρησιμοποιείται επίσης πολύ από μεγάλους υπολογιστές (mainframes) εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, μεγάλων εταιρειών και παρόμοιων φορέων, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, παρέχει εξαιρετικές δυνατότητες ελέγχου στα επιμέρους στοιχεία ενός δικτύου. Για το σημερινό χρήστη ιδιαίτερα χρήσιμη θα φανεί η υπηρεσία για πρόσβαση σε υλικό απομακρυσμένων βιβλιοθηκών. Στην ειδική ιστοσελίδα για το Telnet ο χρήστης μπορεί να βρει πληροφορίες, λογισμικό και Διαδικτυακές θέσεις χρήσης του Telnet.🔗Telnet

American Registry for Internet Numbers

The American Registry for Internet Numbers (ARIN) is the regional Internet registry for Canada, the United States, and many Caribbean and North Atlantic islands. ARIN manages the distribution of Internet number resources, including IPv4 and IPv6 address space and AS numbers. ARIN opened for business on December 22, 1997 after incorporating on April 18, 1997. ARIN is a nonprofit corporation with headquarters in Chantilly, Virginia, United States.ARIN is one of five regional Internet registries in the world. Like the other regional Internet registries, ARIN: Provides services related to the technical coordination and management of Internet number resources Facilitates policy development by its members and stakeholders Participates in the international Internet community Is a nonprofit, community-based organization Is governed by an executive board elected by its membership Services ARIN provides services related to the technical coordination and management of Internet number resources. The nature of these services is described in ARIN's mission statement: ...🔗American Registry for Internet Numbers

Réseaux IP Européens Network Coordination Centre
Asia-Pacific Network Information Centre
Latin America and Caribbean Network Information Centre
AFRINIC

AFRINIC (African Network Information Centre) is the regional Internet registry (RIR) for Africa. Its headquarters are in Ebene, Mauritius. Before AFRINIC was formed, IP addresses (IPv6 and IPv4) for Africa were distributed by the Asia-Pacific Network Information Centre (APNIC), the American Registry for Internet Numbers (ARIN), and the RIPE NCC. ICANN provisionally recognised AFRINIC on 11 October 2004. The registry became operational on 22 February 2005. ICANN gave it final recognition in April 2005. Organisational Structure Board of Directors The AFRINIC Board consists of a nine-member Board of Directors. Six of the directors are elected to represent the different sub-regions, while two directors are elected to serve on the Board-based solely on competency as opposed to regional representation. The last seat on the Board is filled by the Chief Executive Officer. Elections are held at each AFRNIC Annual General Meeting (AGMM), which is conducted around May/June every year. Voting takes place both on site at these meetings and prior to the meeting via...🔗AFRINIC

Γλώσσες